15 Ιουν 2017

UNICEF: Τέσσερα στα δέκα ελληνόπουλα ζουν σε φτώχεια

15/06/2017
Αντιμέτωπα με την επισιτιστική ανασφάλεια σχεδόν τα μισά παιδιά στην Ελλάδα
Τη δραματική διαπίστωση πως τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης στην χώρα μας είναι τα παιδιά έρχονται να επαναβεβαιώσουν τα νέα θλιβερά στοιχεία της Unicef, σύμφωνα με τα οποία τέσσερα στα δέκα ελληνόπουλα ζουν σε συνθήκες φτώχειας.
Η έκθεση «Οικοδομώντας το Μέλλον: Τα Παιδιά και οι Στόχοι για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη στις Πλούσιες Χώρες», που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, καταλήγει στο αποκαρδιωτικό συμπέρασμα ότι το 25,5% των παιδιών της Ελλάδας ζουν σε σχετική εισοδηματική φτώχεια ενώ το 39% σε πολυδιάστατη φτώχεια.
Συνολικά η διεθνής οργάνωση, ερεύνησε την κατάσταση των παιδιών σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, τη διατροφή, την υγεία, τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες σε 41 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Κατά μέσο όρο ένα παιδί στα πέντε (21%) σε αυτές τις 41 χώρες ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.
Στους δείκτες για την παιδική πείνα η Ελλάδα βρίσκεται στην 35η θέση, με το 15,7% των παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών να ζει με έναν ενήλικα που είναι σε επισιτιστική ανασφάλεια και ποσοστό παιδικής παχυσαρκίας 20,9% (το 3ο υψηλότερο), που επίσης είναι απόρροια της κακής διατροφής λόγω της οικονομικής κρίσης.
Θλίψη και προβληματισμό προκαλεί, ακόμη, το γεγονός ότι το 27,9% των ελληνόπουλων ηλικίας 11-15 ετών αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν δύο ή περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα περισσότερο από μία φορά την εβδομάδα (το 5ο υψηλότερο ποσοστό).
Στους Στόχους για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (ΣΒΑ) που αφορούν τα παιδιά, η Ελλάδα αποδίδει καλύτερα στο στόχο «Προώθηση της ειρήνης, της δικαιοσύνης και ισχυρών θεσμών» (3η θέση) και χειρότερα στο στόχο «Μείωση ανισοτήτων» (36η).
Πιο συγκεκριμένα:
•    Φτώχεια: Στην Ελλάδα το 25,5% των παιδιών ζουν σε σχετική εισοδηματική φτώχεια [1] και το 39% σε πολυδιάστατη φτώχεια [2]. Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνουν την εισοδηματική φτώχεια πριν από τις μεταφορές κατά 18%. Αυτό θέτει την Ελλάδα στην 29η θέση σε αυτόν τον στόχο.
•    Πείνα: Η Ελλάδα βρίσκεται στην 35η θέση, με το 15,7% των παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών να ζει με έναν ενήλικα που είναι σε επισιτιστική ανασφάλεια [3] και ποσοστό παιδικής παχυσαρκίας 20,9% (το 3ο υψηλότερο).
•    Υγεία & ευημερία: Η Ελλάδα βρίσκεται στην 20η θέση ως προς αυτόν τον στόχο. Το ποσοστό νεογνικής θνησιμότητας είναι 2,6 παιδιά ανά 1000 γεννήσεις. Δεν υπήρχαν δεδομένα για το ποσοστό αυτοκτονίας εφήβων (15-19). Το 27,9% των παιδιών ηλικίας 11-15 ετών αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν δύο ή περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα περισσότερο από μία φορά την εβδομάδα (το 5ο υψηλότερο ποσοστό), το 5,8% αναφέρουν ότι έχουν μεθύσει τον τελευταίο μήνα (κάτω από το μέσο όρο 6,9 για αυτήν την ομάδα χωρών). Το εφηβικό ποσοστό γεννήσεων είναι 7,23 γεννήσεις ανά 1.000 γυναίκες ηλικίας 15-19 ετών, μειωμένο από 11,20 ανά 1.000 το 2005.
•    Εκπαίδευση: Με το 56,7% των 15χρονων να επιτυγχάνουν τη βάση στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες (το 5ο χαμηλότερο ποσοστό) και το 94,9% των παιδιών να συμμετέχουν σε προσχολική εκπαίδευση ένα χρόνο πριν από την έναρξη της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης, η Ελλάδα βρίσκεται στο χαμηλότερο τρίτο της κατάταξης για αυτόν τον στόχο στην 33η θέση.
•    Ισότητα των φύλων: Οι δείκτες αυτού του στόχου δεν περιλαμβάνονται στον γενικό πίνακα κατάταξης όμως εξετάζονται στην έκθεση. Για παράδειγμα η Ελλάδα εμφανίζει ένα ποσοστό 2% γυναικών ηλικίας 18-29 ετών που ανέφεραν ότι βίωσαν σεξουαλική βία πριν από την ηλικία των 15 ετών, κάτω από τον μέσο όρο για αυτή την ομάδα χωρών (6,3%). Στο δείκτη αυτό η Ρουμανία εμφανίζει μόλις 1,1%, Κροατία και Πολωνία 1,9%. Υψηλά ποσοστά αντίστοιχα εμφανίζουν Λουξεμβούργο (13%), Ηνωμένο Βασίλειο (12,3%) και Γαλλία (12%).
•    Οικονομική ανάπτυξη και εργασία: Η Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλές επιδόσεις και σε αυτόν τον στόχο στην 32η θέση, με το 10,5% των ατόμων ηλικίας 15-19 ετών να μην είναι σε εκπαίδευση, απασχόληση ή σε κατάρτιση και το 11,6% των παιδιών ηλικίας κάτω των 18 ετών να ζουν σε νοικοκυριά ανέργων (πάνω από το μέσο όρο για αυτήν την ομάδα χωρών και στους δύο δείκτες).
•    Ανισότητες εντός και μεταξύ των χωρών: Η Ελλάδα βρίσκεται στην 36η θέση σε αυτόν τον στόχο. Το μερίδιο του συνολικού εισοδήματος που πηγαίνει στο 10% των νοικοκυριών με παιδιά είναι 64% υψηλότερο από το μερίδιο που φτάνει στο χαμηλότερο 40%. Επίσης, υπάρχει σχετική διαφορά 63,2% μεταξύ των οικογενειακών εισοδημάτων των παιδιών στο 10ο χαμηλότερο εκατοστημόριο και εκείνων του μέσου όρου - ένα μέτρο «ανισότητας στις χαμηλότερες βαθμίδες». Αυτό είναι το 6ο υψηλότερο αποτέλεσμα αυτού του δείκτη. Μια άνοδος στην οικογενειακή κοινωνικοοικονομική κατάσταση προβλέπει αύξηση των επιδόσεων στις εξετάσεις των μαθητών 15 ετών στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες κατά 33,3 βαθμούς, κάτω από τον μέσο όρο για αυτή την ομάδα χωρών.
•    Ασφαλείς και βιώσιμες τις πόλεις: Η Ελλάδα βρίσκεται στην 28η θέση σε αυτόν τον δείκτη, έχοντας συγκεντρώσεις λεπτών σωματιδίων σε αστικές περιοχές 12,3 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο - πάνω από το διεθνώς αναγνωρισμένο ασφαλές επίπεδο των 10.
•    Βιώσιμη παραγωγή και κατανάλωση: Με το 62,7% των 15χρονων να γνωρίζουν πέντε ή περισσότερα περιβαλλοντικά ζητήματα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 17η θέση από τις 37 χώρες σε αυτόν τον δείκτη και στόχο.
•    Ειρήνη, τη δικαιοσύνη και ισχυροί θεσμοί: Το ποσοστό αυτό-αναφερόμενου χρόνιου εκφοβισμού (μπούλινγκ) είναι το 7ο χαμηλότερο σε αυτήν την ομάδα χωρών (6,4% παιδιών 11-15 ετών που έχουν υποστεί εκφοβισμό τουλάχιστον δύο φορές το μήνα). Επίσης 12,2% γυναικών ηλικίας 18-29 ετών που ανέφεραν ότι είχαν βιώσει φυσική βία πριν την ηλικία των 15 στην Ελλάδα (το 6ο χαμηλότερο ποσοστό). Τα αποτελέσματα αυτά θέτουν την Ελλάδα στην 3η θέση. Δεν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για την Ελλάδα όσον αφορά το ποσοστό ανθρωποκτονιών.
Διευκρινίζεται ότι το ποσοστό σχετικής παιδικής φτώχειας δείχνει το ποσοστό των παιδιών κάθε χώρας που ζουν σε ένα νοικοκυριό όπου το διαθέσιμο εισόδημα είναι μικρότερο από το 60% του εθνικού μέσου όρου. Η πολυδιάστατη φτώχεια μετράται ως παιδιά που στερούνται 2 ή περισσότερα από τα παρακάτω: διατροφή, ρουχισμό, εκπαιδευτικούς πόρους, δραστηριότητες αναψυχής, κοινωνικές δραστηριότητες, πρόσβαση σε πληροφορίες ή στέγαση. Τέλος, η επισιτιστική ανασφάλεια ορίζεται ως έλλειψη ασφαλούς πρόσβασης σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα που μπορούν να εξασφαλίσουν φυσιολογική ανάπτυξη καθώς και έναν ενεργό και υγιεινό τρόπο ζωής.
Η Ολλανδία, η Νορβηγία και η Ισλανδία βρίσκονται πρώτες στον κατάλογο των 29 ανεπτυγμένων χωρών που έχουν σημειώσει τις μεγαλύτερες προόδους συνολικά στο θέμα της ευημερίας των παιδιών, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στην 25η θέση, σύμφωνα με έκθεση της Unicef.
Le Monde: Οι Ελληνίδες δεν γεννούν και ο πληθυσμός της χώρας γερνάει
Στο ίδιο μήκος κύματος, η γαλλική εφημερίδα Le Monde αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η κακή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας επέτεινε τη δημογραφική κρίση.
«Ο πληθυσμός της Ελλάδας ολίσθησε στα 10,8 εκατομμύρια το 2016, γηράσκει και μειώνεται», επισημαίνει το επίμαχο άρθρο.
Στην Ελλάδα, οι μισθοί είναι χαμηλοί, η ανεργία πλήττει το 27% των γυναικών και το 20% των ανδρών και η απαισιοδοξία διακατέχει τους Έλληνες, εξηγεί ο συντάκτης του άρθρου.
«Δεν θέλω να μεγαλώσει το παιδί μου σε μία χώρα όπου το μέλλον είναι αβέβαιο. Πέρυσι, έχασα τη δουλειά μου, βρέθηκα σε δύσκολη θέση και με το σύζυγό μου, που παίρνει κάθε μήνα 800 ευρώ, δεν θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα αν είχαμε ένα μέλος στην οικογένεια που να εξαρτάται από εμάς», υποστηρίζει η 34χρονη Κατερίνα στη γαλλική εφημερίδα εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους δεν θέλει άμεσα να γίνει μητέρα.
Η Le Monde επικαλείται στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που αποτυπώνουν την θλιβερή πραγματικότητα. «Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους Γιατρούς του Κόσμου, σχεδόν μία στις τέσσερις γυναίκες που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1970, δεν έχει αποκτήσει παιδιά. Και ο αριθμός των γεννήσεων έχει μειωθεί από την αρχή της κρίσης, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: Από 114.766 το 2010, σε 94.134 το 2013 και 91.847 το 2015».
Ο πληθυσμός της Ελλάδος μειώνεται, συνεχίζει το δημοσίευμα. Από 11,1 εκατομμύρια που ήταν το 2011 έχει φτάσει στα 10,8 το 2016. «Οι γεννήσεις δεν θα αυξηθούν, καθώς οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία δεν αποτελούν πλέον ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού και το ποσοστό γεννήσεων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα», επισημαίνει ο Βύρωνας Κοτσαμάνης, καθηγητής δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
«Πριν από την κρίση, το ποσοστό γεννήσεων στη Ελλάδα ήταν ήδη 1,5 παιδιά ανά γυναίκα. Το 2012 μειώθηκε στα 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον δύο παιδιά ανά γυναίκα για να εξασφαλιστεί η ανανέωση της γενιάς», επισημαίνει ο Έλληνας καθηγητής στη γαλλική εφημερίδα.
34

234523

6346

Το Lnews.eu δεν υιοθετεί τις απόψεις των συντακτών του Blog καθώς επίσης τα άρθρα και το περιεχόμενο τους που προέρχονται από άλλα Blogs/websites και αναδημοσιεύονται στον παρόντα Ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.